Πρόβλημα υπερβολικής εφίδρωσης;

     Η εκσεσημασμένη έκκριση ιδρώτα ονομάζεται υπεριδρωσία. Κατά βάθος η εφίδρωση είναι ένας μηχανισμός ρύθμισης της θερμοκρασίας του σώματος. Η αποβολή του ιδρώτα μεταφέρει θερμότητα από το εσωτερικό του οργανισμού στο εξωτερικό περιβάλλον. Η υπερβολική όμως λειτουργία των ιδρωτοποιών αδένων δεν προσφέρει κάτι παραπάνω στον οργανισμό και μπορεί να είναι παθολογική. Βέβαια σε πολλές περιπτώσεις η υπεριδρωσία είναι αθώα δημιουργώντας μόνο θέμα στην καθημερινότητα του ατόμου. Για παράδειγμα συναισθηματικές ή στρεσογόνες καταστάσεις μπορεί να προκαλέσουν υπερέκκριση του ιδρώτα. Τα σημεία του σώματος που εντοπίζεται το πρόβλημα είναι οι μασχάλες, οι παλάμες, τα πέλματα και το μέτωπο, περιοχές που έχουν μεγαλύτερη συγκέντρωση στους αδένες. Η υπεριδρωσία εμφανίζεται συμμετρικά στο σώμα μας, δηλαδή προσβάλλονται και οι δύο μασχάλες, κ.ο.κ. Συνήθως εμφανίζεται από νεαρή ηλικία και μπορεί να υπάρχει οικογενειακό ιστορικό. Κατά την διάρκεια του ύπνου είναι απούσα. Η εμφάνιση της είναι παρούσα όλες τις εποχές του έτους, μα πιο έντονη το καλοκαίρι. Το άτομο που παρουσιάζει την διαταραχή στον ιδρώτα οφείλει βέβαια να ελεγχθεί από τον γιατρό του για να αποκλειστούν πιθανές σχετικές παθήσεις. Οι συχνότερες διαταραχές που συνοδεύονται από υπεριδρωσία είναι ενδοκρινολογικές (ορμονικές), νευρολογικές και φαρμακογενείς.

     Όσο αφορά την αντιμετώπιση της υπεριδρωσίας θα πρέπει αρχικά να αποκλειστεί η πιθανότητα σχετικού νοσήματος. Εάν δεν υπάρχει άλλο αίτιο που την προκαλεί, θα πρέπει να συζητηθεί με τον πάσχοντα ο βαθμός που τον απασχολεί το πρόβλημα. Για κάποια άτομα είναι αρκετή η χρήση ενός τοπικού αντιιδρωτικού προϊόντος (spray, roll-on). Υπάρχουν επίσης ειδικές λεκάνες ιοντοφόρησης (πόδια, χέρια) για οικιακή χρήση. Μια εναλλακτική θεραπεία είναι με φάρμακα από το στόμα. Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί ο πάσχων να βοηθηθεί και χειρουργικά.

     Η πιο θεαματική θεραπεία όμως είναι η τοπικη χρήση ενέσεων ΒΟΤΟΧ. Η μείωση της υπερέκκρισης του ιδρώτα αρχίζει μετά από μερικές μέρες και διαρκεί περίπου 6 μήνες. Επειδή η δράση του φαρμάκου παύει μετά από αυτό το διάστημα, χρειάζεται επανάληψη της αγωγής για να διατηρηθεί το αποτέλεσμα. Σίγουρα όμως η πιο κατάλληλη θεραπεία θα πρέπει να ανερευθεί μετά από συζήτηση μεταξύ του γιατρού και του ασθενή.

Θεοδόσιος Αλέστας - Αφροδισιολόγος / Δερματολόγος Αθήνα
© 2020 - All Rights Reserved.